Πλησιάζοντας στην Έδεσσα, την βλέπεις πάνω ψηλά στο βράχο να στέκεται και ν΄ αγναντεύει την πεδιάδα. Μπαίνοντας στην πόλη, παντού συναντάς πινακίδες που οδηγούν στους καταρράκτες. Είναι το σήμα κατατεθέν της πόλης βέβαια.
Λίγα βήματα πριν τον κεντρικό καταρράκτη, πέφτεις πάνω στο περίπτερο ενημέρωσης του Δήμου. Έχω επισκεφθεί πολλές φορές στο παρελθόν την πόλη και δεν ένιωσα την ανάγκη να ζητήσω πληροφορίες. Μια ευγενική γυναικεία φωνή όμως μου τράβηξε την προσοχή: «ελάτε κύριε να σας πληροφορήσουμε για την πόλη μας». Θεέ και κύριε! Αλλού ψάχνεις με την καραμπίνα κάποιον να σε ενημερώσει, κι εδώ σε φωνάζουν να σου πουν. Πλησίασα και την ρώτησα τι έχει να μου δώσει για την ευρύτερη περιοχή της Έδεσσας. Και είχε τα πάντα. Και οι ώρες λειτουργίας του είναι από 8 το πρωί ως 8 το βράδυ. Επτά μέρες την εβδομάδα.
Λίγα μέτρα πιο πέρα, το καφέ - εστιατόριο του Δήμου, στο οποίο είχα ραντεβού με τον υπεύθυνο τουριστικής προβολής του Δήμου, τον Βαγγέλη τον Κυριακού. Ήταν αρκετό ένα τηλεφώνημα ότι πρόκειται να γράψω ετούτο
το άρθρο, για να έρθει να με συναντήσει και μάλιστα να κανονίσει και έναν συνεργάτη του, να είναι δυο μέρες μαζί μου και να με ξεναγεί. Γενικώς, είμαι δύσκολος στα «εύγε», αλλά ετούτος ο
κύριος το αξίζει πραγματικά. Αν κάθε Δήμος ή Νομαρχία είχα κι ένα τέτοιο στέλεχος, οι υπηρεσίες στη χώρα μας θα ήταν πολύ υψηλότερες. Και να φανταστεί κανείς, ότι εκείνη την χρονική στιγμή, η ιστοσελίδα για την οποία μιλούσα δεν είχε βγει καν στον αέρα.
Ο συνεργάτης του Δήμου, ήταν παλιός γνώριμός μου από μια μικρή στο παρελθόν συνεργασία. Ο Γιάννης ο Χατζηαντωνίου, ο άνθρωπος εγκυκλοπαίδεια! Χονδρέμπορος σημαιών αλλά και ξεναγός και συνοδός βουνού και πολλά άλλα . Τηλεφωνήστε του (6944991075) γιατί θα γλιτώσετε το ψάξιμο και θα περάσετε καλά μαζί του (βλέπε και ενότητα «δραστηριότητες). Και παίρνει και λίγα χρήματα.
Ξεκινάμε από τους καταρράκτες, δίπλα μας. Δημιουργούνται από τα κανάλια που διασχίζουν όλη την Έδεσσα, με πολλές διακλαδώσεις για πολλές χρήσεις. Είναι τα νερά του Εδεσσαίου ποταμού ή Βόρρα, που λες και είναι το νευρικό σύστημα της πόλης. Μικρά γεφυράκια παντού και πόρτες ρύθμισης της παροχής του. Μέχρι που φτάνει στα όρια της πόλης , απ την μεριά των απότομων βράχων, όπου ξερνάει τα νερά του με δύναμη στο κενό, δημιουργώντας ένα ωραίο θέαμα. Κι από κάτω, άλλα κανάλια, που συγκεντρώνουν όλα τα νερά στην λίμνη της ΔΕΗ, όπου παράγεται στο κατόπι ηλεκτρική ενέργεια. Και φυσικά, ποτίζεται κι ο κάμπος.
Η πόλη από τον 5ο π.Χ. αιώνα ως και τον 10ο μ.Χ. λεγόταν Έδεσσα. Μετά ήρθαν οι Βούλγαροι και την ονόμασαν Βοδαινά (από το boda, που σημαίνει στα σλαβικά νερό). Τον 20ο αιώνα, μετά την
απελευθέρωση του 1912, ξανά-ονομάστηκε Έδεσσα.
Πάμε τώρα μέσα στην πόλη. Μια πόλη των 20.000 περίπου κατοίκων, όπου εδώ και λίγα χρόνια έχει και Πανεπιστήμιο, παράρτημα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με τμήμα marketing και πληροφορικής. Το 2008, αποφοίτησαν και οι πρώτοι πτυχιούχοι.
Δίπλα στο Πανεπιστήμιο είναι το μοναδικό τζαμί που έχει απομείνει, από τα 6 που υπήρχαν επι τουρκοκρατίας. Είναι το Γενί Τζαμί, χτισμένο το 1904. Σε καλή κατάσταση στέκεται και το συντηρούν τώρα από την Νομαρχία. Πάμε τώρα λίγο πιο πάνω, να δούμε το ωραίο γεφυράκι το Κιουπρί , μέσα στην πόλη πάντα και πάνω από τον Εδεσσαίο ποταμό.
- Αναφέρεται ποιος το έκτισε και πότε; Ρωτώ τον Γιάννη. «οι δικοί σας, οι Ηπειρώτες» μου απαντάει, «όπως και το ψηλό ρολόι στην πλατεία». Άντε πάλι. Όποια πέτρα κι αν αγγίξεις, ηπειρώτικο καλέμι την έχει σμιλέψει!
Κάπου κοντά και λίγο πριν το 2000, σε ένα συνέδριο τουρισμού μετρήθηκαν στην Έδεσσα 112 γεφυράκια(!) . Αυτό προέκυψε από την ανάγκη των κατοίκων να επικοινωνούν με το άλλο μέρος του ποταμού, μέσα στην πόλη τους. Πολλά από αυτά δηλαδή , έγιναν με ιδιωτικές δαπάνες.
Στο δρόμο μας για την κεντρική πλατεία, συναντήσαμε στον καφενέ έναν εδεσσαίο γλύπτη, τον κύριο Κώστα Μίτσι. Πρόθυμος να μας εξυπηρετήσει, μας οδήγησε στο ατελιέ του. Μας δήλωσε την
προτίμησή του στην πέτρα, ως υλικό για την δημιουργία των γλυπτών του, αν και χρησιμοποιεί και μάρμαρο και ορείχαλκο και πυλό. «Με εκφράζει όμως τρομερά η πέτρα. Παίρνω μια άμορφη μάζα που βρίσκω στη φύση και την δουλεύω και την κάνω έργο» . Μας έδειξε έργα πέτρινα με τον Ιησού και την Παναγία, τον πατέρα του και τη μάνα του, που ήταν αγρότες , την προτομή του Γιώργου Γεννηματά, ενός Δεσπότη. Κι ακόμη έργα του , έχουν στηθεί σε διάφορα σημεία της πόλης, όπως αυτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο σχολείο.
Πολλά από τα έργα του έχουν πουληθεί στη Γαλλία, στη Λυών, αλλά αυτός δεν είναι ο τρόπος βιοπορισμού του κυρίου Κώστα. «Το κάνω για να προβάλλω την πόλη μου» μας είπε.
Πηγαίνοντας προς το πιο ενδιαφέρον σημείο της πόλης, το Βαρόσι, συναντήσαμε 2 αγάλματα: του οπλαρχηγού Αγγελή Γάτσου και του Μέγα Αλέξανδρου. Στον τόπο που τον γέννησε είμαστε εξάλλου, στην Πέλλα. Εντυπωσιακός, καβάλα στ άλογό του, λες και βλέπει απέναντί του τον
Ξέρξη και δεν κρατιέται να του επιτεθεί!
Από το καφέ-μπαρ «ψηλός βράχος» μπορείς να αγναντέψεις όλη την πεδιάδα, την αρχαία πόλη στην τοποθεσία «Λόγγος», όπου υπάρχει ακόμη η Νότια πύλη και ίστανται οι κολόνες της. Η πόλη είναι θαμμένη 5 μέτρα κάτω από το έδαφος, μιας και οι πλημμύρες του ποταμού εναπόθεταν κάθε τρεις και λίγο τη λάσπη τους . Η κάτω πόλη εγκαταλείφθηκε τον 6ο αιώνα μ.Χ. όταν οι επιδρομές των διάφορων εχθρών την κατέστρεψαν. Και ήρθαν εδώ πάνω και κατοίκησαν οι Εδεσσαίοι, που ήταν και η ακρόπολή τους. Χτίστηκε με πουρόπετρα που την βγάζανε από κοντινό λατομείο και τα τείχη της ήταν σε σχήμα γάμα. Το 1895 χτίστηκε εδώ ένα κλωστοϋφαντουργείο, το οποίο στις μέρες μας (λίγες δεκαετίες πριν) πουλήθηκε από την ΕΤΒΑ σε έναν εργολάβο. Αυτός, μιας και είμαστε το κράτος των εργολάβων, μάζεψε ότι μπορούσε και δεν μπορούσε από τα ερείπια της αρχαίας ακρόπολης και σήμερα πολύ μικρό μέρος του τοίχους υφίσταται.
Να ΄μαστε και στο Βαρόσι. Πρόκειται για την εξελληνισμένη λήξη της φρυγικής var , που σημαίνει «κάστρο». Στα βαρόσια συνήθως ζούσαν οι χριστιανοί. Το 1944 οι Γερμανοί κάψαν την Έδεσσα, σε αντίποινα του σκοτωμού από αντάρτες του Βερμίου, του διοικητή των ες-ες. Τότε κάηκε το μισό Βαρόσι. Ευτυχώς το άλλο μισό σώθηκε και κοσμεί σήμερα την πόλη. Είναι μια μεγάλη γειτονιά στην κορυφή των βράχων, από πολύ όμορφα διώροφα σπίτια, τρία από τα οποία έχουν μετατραπεί σε ξενώνες. Καλύτερο το τελευταίο χρονολογικά (λειτούργησε τον Οκτώβρη του 2008), που δημιούργησε η οικογένεια Σαλαχώρα, με το όνομα «Βαρόσι-4 εποχές», στην οποία ανήκει και ο -λίγο πιο πέρα - επίσης όμορφος μικρός ξενώνας
«Βαρόσι». Το «4 εποχές» βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο, με απίθανη θέα προς τον «λόγγο» και έχει 4 μίνι σουίτες και άλλα 6 δίκλινα, ενώ ο χώρος του καφέ στο ισόγειο είναι στημένος με πολύ γούστο, προσωπική σφραγίδα των τριών θυγατέρων της οικογένειας. Ήταν το σπίτι πλούσιου εμπόρου μεταξιού. Η Έδεσσα στον μεσοπόλεμο, ήταν η πρώτη δύναμη στην Ελλάδα στην παραγωγή μεταξιού.
Ο δρόμος που περνάει έξω από το «4 εποχές», λέγεται «μεγάλος γκρεμός» και στην είσοδο του ξενοδοχείου είναι κολλημένη μια βρύση αιώνων , που λέγεται «κερενίτσα» και την είχε δώσει προίκα ένας δημογέροντας στην κόρη του. Έτσι η κόρη είχε δικό της νερό, ανεξάρτητα από το δίκτυο της πόλης. Ο τρίτος επίσης παραδοσιακός ξενώνας που βρίσκεται στην υπέροχη αυτή γειτονιά, είναι το «Χαγιάτι».
Ο δρόμος αυτός, που οδηγεί και στο κανναβουργείο, χρησιμοποιούνταν από τους Έλληνες ως δρόμος διαφυγής όταν τους κυνηγούσαν οι Τούρκοι. Από δω όμως ήρθαν κι Γερμανοί το 44 και χτύπησαν πισώπλατα τους υπερασπιστές της πόλης, οι οποίοι τους περίμεναν αλλού. Προφανώς, ο ρουφιάνος έκανε πάλι τη δουλειά του...
Εδώ είναι και η κατοικία του εκάστοτε μητροπολίτη, αλλά και η υπέροχη εκκλησία της Αγίας Του Θεού Σοφίας. Οι Τούρκοι είχαν τη λόξα να μετατρέπουν τις Αγια-Σοφιές σε τζαμιά και να γλιτώσει ετούτη εδώ η εκκλησία , ο τότε παπάς ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για εκκλησία αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου. Έδωσαν κι ένα κομμάτι μαρμάρινο γλυπτό από τους εσωτερικούς κίονες στον Τούρκο, που αναπαριστούσε την κεφαλί ενός ζώου, λέγοντας ότι ο ναός ήταν πριν ειδωλολατρικός κι εκκλησία παρέμεινε ως είχε. Είναι του 14ου αιώνα και τον Νοέμβρη του 2008 που την επισκέφθηκα, γίνονταν εργασίες συντήρησης.
Και κατεβαίνουμε για το κανναβουργείο. Μπορείτε να κατεβείτε από το εντυπωσιακής θέας
ασανσέρ ή από το μονοπάτι. Χτίστηκε το 1908 και άρχισε να παρακμάζει κάπου το 1950. Δούλευαν εδώ 500 εργάτες. Έκλεισε το 1962. Κι επειδή τότε δεν είχαμε Αλβανούς οικονομικούς μετανάστες, καταλαβαίνετε πόσο μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού της πόλης εξαρτιόταν από αυτό. Η προμήθεια της ινδικής κάνναβης, γίνονταν για καλή ποιότητα από την Ινδία και για δεύτερη ποιότητα από Γιουγκοσλαβία. Μετά τη απελευθέρωση το 1912, παίρνανε και από την λίμνη των Γιαννιτσών, όπου λένε ότι ακόμη φύεται εκεί κάνναβη ( όπα αλάνια).
Στον τεράστιο ενιαίο χώρο του κανναβουργείου , υπάρχουν όλα τα μηχανήματα εκείνης της εποχής , σχεδόν απείραχτα. Πάλι καλά που δεν τις πέταξαν κάποια στιγμή ως άχρηστες ή δεν τις πούλησαν ως παλιοσίδερα, όπως συνέβη σε πλείστες όσες αντίστοιχες περιπτώσεις στην εποχή των νεοελλήνων! Τώρα προσπαθούν να τα κάνουν να δουλέψουν για να γίνει πιο εντυπωσιακός ο ήδη επισκέψιμος χώρος του εργοστασίου.
Το εργοστάσιο αρχικά δούλευε με κίνηση στις μηχανές του από τη δύναμη του νερού. Αργότερα
χρησιμοποιήθηκαν και ηλεκτρικές γεννήτριες. Στο υπόγειο, κάτω στις τουρμπίνες, υπάρχουν ακόμη τα φορεία που μετέφεραν τους ζαλισμένους από τις αναθυμιάσεις εργάτες.
Εδώ στην άκρη του κτιρίου και κομμάτι του, είναι το καφε-εστιατόριο «κανναβουργείο», μια καλή πρόταση για φαγητό ή καφέ.
Ανεβείτε προς το πάνω επίπεδο, περνώντας από το μονοπάτι για να δείτε τους καταρράκτες από άλλο οπτικό πεδίο, μέχρι να ανεβείτε στην κορυφή τους.
Είχε σουρουπώσει και είχαν ανάψει ήδη οι προβολείς που φωτίζουν τα μόρια του νερού, που ξεχύνονται προς τα κάτω, στο δικό του χορό το καθένα, υπακούοντας στη βαρύτητα. Ο Γιάννης μου είπε ότι κάποιος από τους προβολείς, δημιουργεί πάνω στον κεντρικό καταρράκτη τη μορφή μιας νεράιδας. Δεν το είδα να σας πω την αλήθεια, αλλά δε μου έκανε και τόσο πολύ εντύπωση να το δω. Λίγο κιτς μου ακούστηκε.
Απέναντι από την περιοχή των καταρρακτών, στα όρια της πόλης, θα δείτε ένα πλούσιο δασάκι που λέγεται «χίλια πεύκα», που οφείλει την ύπαρξή του στους προσκόπους (δεντροφύτευση).









