ΓΙΑ ΜΑΣ | ΝΕΑ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
 

Τα Γεφύρια της Ηπείρου

(Τα στοιχεία είναι από μελέτη του Δρ. αρχιτέκτονα και τ.α. καθηγητή αρχιτεκτονικής Α.Π.Θ. Αργύρη Πετρονώτη, που εξέδωσε το Κ.Π.Ε. Κόνιτσας)

Ετούτος ο τόπος είναι η περιοχή με το μεγαλύτερο αριθμό γεφυριών στην Ελλάδα.

Και πώς να μην είναι, όταν είναι γεμάτος από φαράγγια, χαράδρες και ποτάμια. Και ήταν κάτι σαν τα μεγάλα έργα της εποχής μας. Κατασκευές άκρως απαραίτητες για τη μετακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων.

Τρεις ήταν οι μεγάλες δυσκολίες στην κατασκευή γεφυριών:

-         η κατασκευή του τόξου τους

-         η θεμελίωσή τους και

-         η επιλογή της εποχής κατασκευής τους.

Και ενώ οι δύο πρώτες έχουν κυρίως να κάνουν με τις δυνατότητες των μαστόρων που τα κατασκεύαζαν, η τρίτη έχει να κάνει με τον αστάθμητο παράγοντα που λέγεται «καιρικές συνθήκες». Κι αυτό γιατί το γεφύρι χτίζονταν πάνω σε έναν ξυλότυπο, που επί το πλείστον

 

στηρίζονταν πάνω στην όχθη του ποταμού, άρα τυχόν πλημμύρα στην διάρκεια κατασκευής θα ήταν καταστροφική.

Η κατασκευή ήταν ένα δύσκολο κι απρόβλεπτο έργο, ακόμη και για τους καλύτερους των πρωτομαστόρων. Η κατασκευή του ξεκινούσε από τις δύο άκρες της καμάρας, τις γενέσεις του, με δύο συνεργεία. Στο γεφύρι της Κόνιτσας δουλέψανε 80 μαστόροι. Τα  δύο συνεργεία δουλεύανε παράλληλα και σύγχρονα. Και ανταμώνανε στην κορυφή, και εκεί σφηνώνανε τον τελευταίο και κορυφαίο θολίτη, τον λεγόμενο «κλειδί».

            Στα μεγάλου ανοίγματος γεφύρια, πάνω στο βασικό τόξο της καμάρας, οι μαστόροι κατασκευάζανε και δεύτερο τόξο (στεφάνι), λειτουργώντας ως εκτόνωση του βάρους. Τα δύο μέτωπα της κύριας καμάρας δένανε με ενσωματωμένους διαμπερείς εγκάρσιους σιδερένιους ελκυστήρες, στων οποίων τις άκρες πέρναγαν κάθετους ράβδους αγκύρωσης, τις «άρπιζες». Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζαν το ολόσωμο του φορέα, για την αντοχή του κυρίως στο σεισμό.

Για λόγους ασφαλείας των διερχομένων, μερικούς από τους θολίτες στην ράχη του τόξου, λαξεύανε από μεγάλου μήκους πέτρες, ώστε αφού τοποθετηθούν να προεξέχουν προς τα πάνω σαν προστατευτικό για ανθρώπους και ζώα. Είναι οι λεγόμενες «αρκάδες». Οι δε πέτρες των τόκων της καμάρας, δεν είναι απλοί θολίτες, αλλά λαξεύονταν σαν σφήνες: δηλ. φαρδύτεροι προς τα μέσα και πιο μυτεροί προς τα έξω, ώστε να μην μπορούν να φύγουν η μία από την άλλη. Στο γεφύρι της Κόνιτσας , είχαν κρεμάσει από το εσωράχιο της καμάρας, στην σειρά των «κλειδιών», ένα καμπανάκι, που κουνιόταν και χτυπούσε όταν φυσούσε δυνατά, προειδοποιώντας να μην περάσουν. Αυτό που υπάρχει τώρα είναι τοποθετημένο το 1975.

             Χορηγοί στη δαπάνη κατασκευής των γεφυριών, ήταν συνήθως πλούσια άτομα, έλληνες έμποροι, Οθωμανοί τιτλούχοι αλλά και εκκλησιαστικοί άνδρες, «πασάδες και παπάδες», όπως ελέγετο.  Οι ίδιοι μάλιστα, προνοούσαν για την εξασφάλιση πόρων για τη μετέπειτα συντήρηση των γεφυριών.

 Ως προς τα «μαστόρια», διάσημος ήταν αυτός που έκτισε το γεφύρι της Κόνιτσας το 1870, ο Ζιώγας (Γιώργος) Φρόντζος από την Πυρσόγιαννη, το διασημότερο μαστοροχώρι. «Τόειπε ο Ζιώγα-Φρόντζος, τόειπε ο θεός», έλεγαν γι αυτόν στην περιοχή. Σημειωτέον ότι, το γεφύρι της Κόνιτσας είναι το ψηλότερο πέτρινο γεφύρι των Βαλκανίων, φτιαγμένο από λαϊκούς μαστόρους. Γιατί αργότερα οι μηχανικοί κι οι αρχιτέκτονες, οι σπουδαγμένοι, έφτιαξαν πιο ψηλά γεφύρια, αλλά με τη βοήθεια της επιστήμης.

            Είναι κατά ένα μέτρο πιο ψηλό ετούτο το γιοφύρι από εκείνο της Πλάκας στα Τζουμέρκα. Εκείνο όμως είναι πιο πλατύ και «μαλώνουμε» τώρα οι Κονιτσιώτες με τους Τζουμερκιώτες ποιος έχει το μεγαλύτερο γεφύρι. Δεν κοιτάμε οι νεοέλληνες να παλέψουμε να τα συντηρήσουμε, γιατί είναι και τα δύο πληγωμένα από βομβαρδισμό το ένα κι από προσπάθεια ανατίναξης το άλλο. Κι άμα τα «καταφέρουμε» και τα αφήσουμε να πέσουν, θα είμαστε ακόμη μια φορά ανάξιοι των προγόνων μας.

Πάντως δεν ξέρω αν πρέπει να θεωρηθεί πιο μεγάλο το ψηλότερο ή το πιο πλατύ, αυτό που ξέρω είναι ότι και στα δυο  σού΄ρχεται να γονατίσεις και να προσκυνήσεις!

             Όμως κι αυτοί οι απίθανοι μαστόροι έκαμαν πολλές φορές λάθη, με τραγική συνέπεια να γκρεμίζονται τα γεφύρια. Της Πλάκας το γεφύρι την τρίτη φορά στέριωσε. Και μη γνωρίζοντας πού να αποδώσουν τις αιτίες οι μαστόροι,  γεννήθηκε στη φαντασία τους ο φόβος, το δαιμονικό στοιχείο και άρα και η ανάγκη εξιλέωσής του με θυσίες. Το πανελλήνιο γνωρίζει το θρύλο της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα, για να στεριώσει της Άρτας το γεφύρι.

             Εδώ είναι λοιπόν που πρέπει να δείξει σεβασμό η πολιτεία και να κηρύξει τα πέτρινα γεφύρια ως διατηρητέα μνημεία. Αλλά ούτε αυτό από μόνο του φτάνει: πρέπει να προστατευτούν από τη διάβρωση του χρόνου, να αναδειχθούν και να προβληθούν και ως τουριστικό προϊόν και ως πολιτιστικό και αρχιτεκτονικό επίτευγμα.

newsletter