ΓΙΑ ΜΑΣ | ΝΕΑ | ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ | ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
 

Πωγωνιανή

Μετά τον Κακόλακκο, ο δρόμος συνεχίζει προς την κοιλάδα του χειμάρρου Δρίνου, που οι ντόπιοι τον λένε Κουβαρά. Αριστερά πριν την Πωγωνιανή, θα δείτε πινακίδα προς Δολό. Είναι από τα «οπωσδήποτε» της περιοχής. Εξάλλου δεν είναι παρά 2 χιλιόμετρα από τον κεντρικό δρόμο.

Λίγο πριν την  είσοδο του χωριού, η πινακίδα στα δεξιά σας προτείνει να κατεβείτε (με τα πόδια) στο φαράγγι για να δείτε τον παλιό νερόμυλο και το γεφύρι της Νοννούλως, στην είσοδο της χαράδρας του Κουβαρά.

Πέντε λεπτά στην κατηφόρα και δέκα στην ανηφόρα θα περπατήσετε για να φτάσετε. Αξίζει τον κόπο. Και το μονοπάτι είναι πλακοστρωμένο, μέσα στο δάσος. Το γεφυράκι το χρηματοδότησε μια γιαγιά, η Νοννούλω, που πήγαινε και πούλαγε ξύλα στην Πωγωνιανή, φορτωμένα στον γάιδαρό της, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Και δίπλα ο νερόμυλος, που έχει ακόμη μέσα του τον μύλο που άλεθε και την φτερωτή που γύρναγε με την δύναμη του νερού. Από εδώ αρχίζει και το φαράγγι του Κουβαρά και το μονοπάτι που το διασχίζει, όπου σε μια περίπου ώρα θα σας

 

βγάλει στην Πωγωνιανή. Είναι από τα πράγματα που πρέπει να κάνετε στην περιοχή! 

Στην είσοδο στο Δολό, μια ...πέτρινη πινακίδα δείχνει δεξιά προς την πλατεία του χωριού και δεξιά προς  «Κωσταρά».

Παίρνω αρχικά τον πάνω δρόμο. Η κεντρική πλατεία με το παλιό σχολειό και τον ναό του Αγίου Νικολάου, σε κερδίζουν από την πρώτη στιγμή. Ετούτος ο ναός, χτισμένος το 1812 και με νεώτερη παρέμβαση το 1870 από τον αρχιμάστορα Πασχάλη Ζώνιο στα παράθυρα, άσκησε πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, αλλά οι γραμμές της και όλη η αρχιτεκτονική της, με καθήλωσαν στο προαύλιο να την κοιτώ για πολύ ώρα.

Πήρα το μονοπάτι και κατέβηκα προς τον ξενώνα του Χριστόφορου Κωσταρά. Είχα ακούσει πολλά γι αυτόν και σχεδόν πάντα εγκωμιαστικά. Κηπάρια με βιολογικές καλλιέργειες και  εργάτες να τα δουλεύουν. Το Δολό έχει δύο πρόσωπα: την ερημιά και την εγκατάλειψη στο μεγαλύτερο μέρος του και την επιχείρηση του Κωσταρά που σαν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας, ξαφνικά περνάς σε μια άλλη διάσταση μέσα σε λίγα μέτρα...

Δεν ευτύχισα να τον γνωρίσω, γιατί ήταν μεσημέρι και όταν χτύπησα την πόρτα δεν απάντησε κανείς. Θα λείπουν, σκέφτηκα. Πηγαίνοντας όμως να φύγω, μια κυρία βγήκε και με ρώτησε τι θα ήθελα. Είπα πως θέλω να δω τον ξενώνα και μου απάντησε ότι ο Χριστόφορος κοιμάται και εκείνη από το κρεβάτι σηκώθηκε. Κι έτσι ούτε τον ξενώνα είδα, ούτε τον Χριστόφορο γνώρισα. Αυτό, η αλήθεια είναι, δεν μου έκανε και την καλύτερη των εντυπώσεων, αλλά δε βαριέσαι.

Ο ξενώνας πάντως εξωτερικά είναι εντυπωσιακός. Ένα πέτρινο πανέμορφο κτίριο, με ιδιαίτερα περιποιημένο τον περιβάλλοντα χώρο.

Λίγο μετά το Δολό, η διασταύρωση προς Στραβοσκιάδι και Δρυμάδες δεξιά και προς Πωγωνιανή αριστερά. Ανηφορίζω προς Δρυμάδες. Με το που μπαίνεις στο χωριό, σε υποδέχεται μια καλοφτιαγμένη βρύση με δύο πέτρινες παροχές νερού. Ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο, αλλά ψυχή πουθενά. Ψάχνω για καμινάδα να καπνίζει, αλλά τίποτα. Κατεβαίνω στην εκκλησιά με την τεράστια μουριά απ΄ έξω. Ο Άγιος Νικόλαος, το 1733 κτισμένος σύμφωνα με την σκαλιστή επιγραφή. Πολλούς ναούς αφιερωμένους στον Άγιο Νικόλαο έχει το Πωγώνι και γενικά η Ήπειρος. Που να ήμασταν και ναυτικοί!

Ξανανεβαίνω στην είσοδο του χωριού κι ακούω θόρυβο. Να ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, σκέφτηκα. Λίγο πιο πάνω, μια κυρία έσκιζε ξύλα με το τσεκούρι. Με καλημέρισε και με ρώτησε τι θέλω. Η ερώτηση αυτή σε έναν περαστικό στην πόλη, μπορεί να σήκωνε και παρεξήγηση. «Και τι σε νοιάζει εσένα τι θέλω» και άλλα τέτοια. Εδώ όμως, δίπλα στην γραμμή των συνόρων, ακούγεται απόλυτα φυσιολογική.

Ένα χιλιόμετρο μετά τις Δρυμάδες, είναι το «Τελωνείο». Που δεν είναι ακριβώς Τελωνείο, αλλά φυλάκιο. Απλά, 10 μέρες τα Χριστούγεννα και 10 μέρες το Πάσχα, για να εξυπηρετηθεί η αυξημένη διέλευση προς Αλβανία, λειτουργεί και ως Τελωνείο. «Πρόκειται να γίνει όμως», σύμφωνα με τον φαντάρο που με υποδέχτηκε.

Επιστρέφοντας προς Πωγωνιανή, έστριψα προς Στραβοσκιάδι. Εδώ υπήρχαν πιο πολλά αυτοκίνητα παρκαρισμένα. Έξω από την εκκλησία, μαρμάρινη επιγραφή πληροφορεί τον επισκέπτη ότι το χωριό το κάψαν οι Γερμανοί στις 9-6-1944, γιατί συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση.

Από την άλλη μεριά του μικρού φαραγγιού του Κουβαρά, η Πωγωνιανή.

Μεγάλο και ζωντανό χωριό, σε σχέση πάντα με την ερήμωση που επικρατεί στο Πωγώνι. Μόλις μπαίνεις στο χωριό, στα αριστερά σου τραβάει την προσοχή ένα μεγάλο και καλοφτιαγμένο κτίριο. Είναι το Κέντρο Παιδικής Μέριμνας Αρρένων Πωγωνιανής, που ιδρύθηκε το 1923. Σήμερα φιλοξενεί καμιά σαρανταριά παιδιά από την Αλβανία.

Στην πλατεία είδα ταμπέλα  «Το στέκι του Καρδάση» και πολύ χάρηκα, γιατί με είχε θερίσει η πείνα! Καλοφτιαγμένο απ΄ έξω κι από μέσα (λίγο η φωτεινή επιγραφή να άλλαζε) και με έναν πρόσχαρο κι εξυπηρετικό νεαρό, τον Βασίλη, έτοιμο πάντα να σας  ψήσει κρέατα αλλά και να σας σερβίρει πίτες που φτιάχνει η μάνα του και ντόπια τυριά (26570-31416).

Παλικαριά χρειάζεται να μείνεις στο χωριό σε αυτή την ηλικία και να κάνεις τον ταβερνιάρη. Και τουλάχιστον να μην σε κοροϊδεύαν αυτοί που χειρίζονται τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Ενάμιση χρόνο έχει που έχει παραληφθεί από το ΟΠΑΑΧ η επένδυση και φράγκο δεν είδε ακόμη στα μάτια του. Κι αν θέλει ο εργολάβος που σου το κατασκεύασε, σε περιμένει. Που συνήθως δεν θέλει και μπορεί να μπεις σε περιπέτειες, διότι το αναξιόπιστο κράτος μας δεν σου καταβάλει το ποσό της επιδότησης που σου έχει υποσχεθεί.

Λίγα μέτρα πιο πάνω, είναι το καφενείο-τσιπουράδικο «Ο Πλάτανος», που φτιάχνει πολύ καλούς τσιπουρομεζέδες αλλά και σαντουιτς.

Μετά τον καλό κόκορα που καταβρόχθισα στο «Στέκι του Καρδάση», περιηγήθηκα το χωριό. Ψηλά στην κορυφή του, ένα εντυπωσιακό εγκαταλειμμένο αρχοντικό, του Μπέη το σαράι, οικοτροφείο αρρένων παλιότερα. Τώρα πρόβατα βόσκουν στο προαύλιο και ο χρόνος  αφήνει τα σημάδια του στο πέρασμά του. Τον 19ο αιώνα εδώ, «είχε πέσει το βουνό», λέει ο πατέρας του Βασίλη, ο κύριος Πέτρος,  «και είχε θάψει τα σπίτια των Τούρκων μαζί με τους κατοίκους τους».

Υπάρχει και σχετική πέτρινη επιγραφή στα Τούρκικα και στα ελληνικά στο παλιό Δημοτικό Σχολείο, δίπλα στην Μητρόπολη του Αγίου Νικολάου, που λέει: «1891 ΓΕΝΑΡΙΟΥ ΧΑΛΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΑΧΑΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ. ΣΠΙΤΙΑ 19 ΑΝΘΡΩΠΟΙ 66». Ρίγος σήκωσε το δέρμα μου.

Πάνω από την πλατεία, το Ίδρυμα Αποκαταστάσεως Ομογενών εξ Αλβανίας, μία μεγάλη σχολή που χρηματοδοτήθηκε το 1991 από το Ίδρυμα Λάτση και λειτουργεί από τότε ως Κέντρο Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Σε αυτό εκπαιδεύονται παιδιά ομογενών από την Νότιο Αλβανία και μαθαίνουν διάφορα επαγγέλματα ώστε να γυρίσουν στα σπίτια τους να ανοίξουν τη δικιά τους δουλειά, πράγμα για το οποίο επίσης υποστηρίζονται από το Ίδρυμα οικονομικά. Φανοποιεία, μαγειρική, κομμωτική είναι τα βασικά επαγγέλματα που μαθαίνουν εδώ οι εν λόγω νέοι.

Η «Διευρυμένη Κοινότητα Πωγωνιανής» περιλαμβάνει επίσης τα χωριά Στραβοσκιάδι, Δρυμάδες και Δολό.  Ένας τόπος στη φυσική σκιά της Νεμέρτσικας και στην ...τεχνητή σκιά των γύρω διάσημων περιοχών. Έχει ξεκινήσει όμως την πορεία της προς τον ήλιο. Το δικαιούται και είμαι σίγουρος, θα τα καταφέρει.

newsletter