Εκεί που τελειώνει το Γλυκή στον Αχέροντα, αρχίζει το Σούλι. Μια ψηλή αψίδα με πέτρινες κολόνες και σιδερένιο τόξο, σε καλωσορίζει και οριοθετεί την περιοχή. Αλλά και πολλές αφίσες κολλημένες για πανηγύρια που έρχονται! Ανηφορίζω, κατηφορίζω, ψυχή πουθενά. Ούτε άνθρωπο, ούτε αυτοκίνητο συνάντησα. Η πινακίδα γράφει «Σούλι 6- Σαμονίβα 9» και παραπέμπει δεξιά. Άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους μικρά κοπάδια ζώων, εδώ κι εκεί. Φτάνω στο Σούλι. Στο μυαλό μου ξύπνησαν τα «διαβάσματα» και οι διδαχές στο σχολείο, που αναφέρονταν στους Σουλιώτες και άρχισα να νιώθω περίεργα. Η ιστορικότητα του χώρου άρχισε να γίνεται πιο έντονη από την έλλειψη ανθρώπινου στοιχείου. Λες και μόλις χθες είχαν συνθηκολογήσει με τον Αλή Πασά και εγκατέλειψαν τον χώρο. Αριστερά στην αρχή του Σουλίου, το υπέροχο οίκημα που στεγάζει την «Κοινότητα Σουλίου», με τους τρεις ανδριάντες απ έξω: του Μάρκου Μπότσαρη, του καλόγερου Σαμουήλ και του Φώτου Τζαβέλα. Και δίπλα ακριβώς, τα πηγάδια των Σουλιωτών, το ένα δίπλα στο άλλο, ανέγγιχτα από εκείνη την εποχή.
Έτοιμος ήμουν να πιάσω κουβέντα με τον Μπότσαρη και τους άλλους, τόσες ώρες που είχα να δω
άνθρωπο. Αλλά μια κυρία εμφανίστηκε και έσπασε τον ήχο της σιωπής. Ήταν η κυρία Αθηνά Τόκα, μία από τους 25 μόνιμους κατοίκους του χωριού. Την χαιρέτησα και την ρώτησα αν υπάρχει κάτι για φαγητό. Μου έφτιαξε 2 αυγά μάτια και μία σαλάτα και στέριωσα λιγάκι. Αν όμως της τηλεφωνήσετε από πριν, μπορεί να σας ετοιμάσει και πίτες, μπριζόλες, κοτόπουλο (26660-24486). «Οι τουρίστες περνάν για το Κούγκι και φεύγουν, δεν στέκονται», λέει η κυρία Αθηνά. Καθίστε και αφήστε τον οβολό σας σε τούτους τους ξεχασμένους από την πολιτεία ορεσίβιους. Και ωραίο μέρος είναι και καλά θα φάτε.
Ένα μικρό κοπάδι κατσίκια ήρθε στο προαύλιο του μαγαζιού. «Ήρθαν να με δουν», λέει η κυρία
Αθηνά. Ήταν δικά της, καθώς και μερικές αγελάδες που πέρασαν στη συνέχεια. Ζει μόνη της εδώ. Τα παιδιά της ζουν στην Αθήνα και έρχονται να τη δουν που και που. Τι να κάνουν οι νέοι εδώ πάνω. Πώς να επιβιώσουν. Η πολιτεία τους θυμάται μόνο στη γιορτή του Σουλίου, που γίνεται στο Κούγκι κάθε τελευταία Κυριακή του Μαΐου. Τότε που κουρσάρες τεράστιες κάνουν την εμφάνισή τους και πολλοί γραβατομένοι, που τόσο ξένοι με το τοπίο και την ιστορία του μοιάζουν.
Ένα λεπτό με το αυτοκίνητο πιο πέρα, είναι ο λόφος της εκδήλωσης, δίπλα στο μοναστηράκι του Αγίου Δονάτου. Και στον δίπλα λόφο, το ηρωικό Κούγκι. Πήρα το μονοπάτι και σε κάνα δεκάλεπτο είμαι στην
πόρτα του μικρού ναού, που ανακατασκευάστηκε με δωρεά του Χρήστου Παπαθανασίου από την Παραμυθιά, το 1963. Γιατί στις 16-12-1803, το είχε ανατινάξει ο καλόγερος Σαμουήλ, πολιορκούμενος από τους Τούρκους του Αλή Πασά. Έβαλε φωτιά στην πυρίτιδα των Σουλιωτών που ήταν αποθηκευμένη εδώ τότε ο καλόγερος και πήρε μαζί του πέντε νοματαίους Σουλιώτες που ήταν μαζί του και πολλούς Τούρκους που ήταν απ έξω. Και έγινε το σύμβολο της αδούλωτης ψυχής, που προτιμά τον θάνατο από την υποδούλωση.
Πολλές και αποτυχημένες ήταν οι προσπάθειες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να υποδουλώσει τους Σουλιώτες. Ο Χατζί Αχμέτ το 1731 έχασε 9000 άτομα στρατό, ο Μουσταφά πασάς το 1754 μία από τα ίδια. Ακολούθησαν κι
άλλοι ανεπιτυχώς, ώσπου ο τρομερός Αλή Πασάς το βαλε σκοπό να τους νικήσει.
Στην αρχή είχε κι αυτός την ίδια τύχη. Πρέπει να πούμε ότι οι Σουλιώτες είχαν και την υποστήριξη των μεγάλων δυνάμεων της εποχής . Η Ρωσία, η Βρετανία και η Γαλλία τους τροφοδοτούσαν με πυρομαχικά, γιατί δεν γούσταραν -για τους δικούς τους λόγους- την Οθωμανική αυτοκρατορία και όπου έβρισκαν δυνάμεις αντίστασης σ΄ αυτήν, τις υποστήριζαν. Όταν όμως οι Βρετανοί άλλαξαν διάθεση απέναντι στους Οθωμανούς, γιατί έπρεπε να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους εναντίον του Ναπολέοντα, την πλήρωσαν οι Σουλιώτες, μένοντας από πυρομαχικά. Γκρίνιες και τσακωμοί άρχισαν να εμφανίζονται, αλλά θα κράταγαν πολύ ακόμη την αντίσταση, αν δεν υπήρχε ακόμη ένας «καταλύτης» της ιστορίας να επιταχύνει τις εξελίξεις. Ο Πήλιος Γούσης οδήγησε τον στρατό του Αλή από κρυφό μονοπάτι μέσα στο Σούλι. Εκείνοι οχυρώθηκαν στο κάστρο της Κιάφας και στο Κούγκι και έδωσαν την τελευταία μάχη. Όμως είδαν τα σκούρα και συνθηκολόγησαν και ο Αλής τους άφησε να φύγουν. Όχι όλους βέβαια. Τους υπόλοιπους τους κυνήγησε ανηλεώς. Μια από τις κυνηγημένες ομάδες ήταν οι Σουλιώτισσες, που γκρεμίστηκαν στο Ζάλογγο, αφού έριξαν πρώτα τα παιδιά τους στο κενό.
Επιστρέφω στο χωριό και παίρνω το δρόμο για Σαμονίβα. Λίγο πιο έξω είναι η αρχή του
μονοπατιού για το υπέροχο κάστρο της Κιάφας. Έριξαν άσφαλτο μέχρι εδώ. Αρχίζω την πεζοπορία, ντάλα μεσημέρι, από εκεί που δείχνει η πινακίδα. Το μονοπάτι μετά από 20 μέτρα έπαψε να υπάρχει. Μου ήρθε στο μυαλό αυτό που λέει συχνά ο φίλος μου ο Γιάννης: «τον λύκο τον βλέπουμε, για τορό (πατήματα) θα ψάξουμε;». Αφού λοιπόν το κάστρο ήταν πάνω απ το κεφάλι μου, τι το ΄θελα το μονοπάτι;
Εσείς όμως, για να μη παιδευτείτε και πολύ, κατευθυνθείτε πρώτα προς το πρώτο γκρεμισμένο σπίτι αριστερά σας, μετά πάτε στην καλυβούλα με τον τσίγκο από πάνω σας και στο κατόπι κάντε μερικά ζιγκ-ζάγκ, για να φτάσετε στο κάστρο. Και όπως ανέβαινα μ αυτό τον τρόπο, μου ήρθε στο μυαλό το ανέκδοτο που ταιριάζει στην περίπτωση: σε ένα χωριό παλιά χάραζαν έναν
δρόμο για να βγουν στα βοσκοτόπια. Ένας μηχανικός που πέρναγε και τους είδε, ρώτησε τον πρόεδρο με ποιο τρόπο χαράζουν τον δρόμο. Εκείνος απάντησε ότι βάζουν έναν γάιδαρο μπροστά και όπως αυτός διαλέγει δρόμο, έτσι κι αυτοί χαράσσουν. Ο μηχανικός για το παίξει έξυπνος, τον ρώτησε: «κι άμα δεν έχετε γάιδαρο πρόεδρε;». «Ε, τότε φωνάζουμε κανα μηχανικό», απάντησε ο πρόεδρος!
Το κάστρο προϋπήρχε , αλλά όταν ο Αλής έδιωξε από δω τους Σουλιώτες, το ξαναέχτισε και το έκανε τεράστιο βάζοντας εδώ τη φρουρά του, μη και ξανάρθουν πίσω αυτά τα αγριοκάτσικα οι Σουλιώτες , που τόσο τον είχαν τσαντίσει. Πολεμίστρες γύρω-γύρω, οικήματα γκρεμισμένα
πολλά εντός του, φυλακές από κάτω στα υπόγεια. Κάτι σε πιάνει όταν περιφέρεσαι σε τούτο το κάστρο. Θες η ιστορία του, θες η θέση του εδώ στην κορυφή του βουνού, κάπως σε συνεπαίρνει. Η θέα πάντως τριγύρω και κυρίως προς τη χαράδρα του Αχέροντα, όλα τα λεφτά.
Στο κατέβασμα έχασα τη διαδρομή που χάραξα ανεβαίνοντας και πήγαινα όπου να ναι. Και όταν ζορίζομαι και κουράζομαι, όλο ανέκδοτα μου περιτριγυρίζουν το μυαλό: ρώτησαν τον γάιδαρο (άντε πάλι!) αν προτιμάει την κατηφόρα από την ανηφόρα. Εκείνος το σκέφτηκε λίγο και απάντησε: χάθηκε για μένα το ίσιωμα ρε παιδιά; Ε να, κάτι τέτοια κατεβάσματα εκτός μονοπατιού, δικαιώνουν την απάντησή του.
Επιστρέφοντας προς Γλυκή, που ήταν και η έδρα της περιήγησής μου, είδα μέσα στο χωριό Σούλι
ένα κτίριο στα τελειώματα που μου έμοιαζε για ξενώνας.
Ρώτησα την κυρία Αθηνά κα μου είπε πως όντως, ήταν ξενώνας ιδιοκτησίας της Κοινότητας που είχε λειτουργήσει για λίγο, αλλά είχε πολλές κακοτεχνίες και τον ξαναφτιάχνουνε. Μάλλον μέσα στο 2009 θα δουλέψει.
Το χωριό είναι κηρυγμένο διατηρητέο, που σημαίνει ότι μπορείς να κατασκευάσεις κάτι μόνο εκεί που υπήρχε από παλιά. Και όπως ήταν παλιά. Απόλυτα λογικό, γιατί αλλιώς οι νεοέλληνες θα κάναμε όλους τους παραδοσιακούς οικισμούς σαν τα μούτρα μας. Όμως, για το μικρό στέγαστρο της κυρίας Αθηνάς στο καφενείο-μπακάλικο, της
έδωσαν μεν την άδεια να το κατασκευάσει για να μη μπαίνει η βροχή μέσα, αλλά από τα 6 όλο κι όλο τετραγωνικά που είναι το στέγαστρο, της κόψαν το ένα!
Έλεος κύριοι. Κάνετε καμιά εργασία στο κάστρο που κάθε χρόνο γίνεται και μικρότερο και καταρρέει κι αφήστε το ένα τετραγωνικό ξύλινου υπόστεγου της κυρίας Αθηνάς...









