Η πινακίδα μέσα στην Πορταριά γράφει «Μακρινίτσα 2». Φτάνοντας στην πλατεία, η οποία στην πραγματικότητα είναι χώρος στάθμευσης, προσπαθώ να βρω θέση για το αυτοκίνητό μου. Έκανα κάνα δεκάλεπτο και ήταν ημέρα Τρίτη του μήνα Νοέμβρη. Φανταστείτε τι θα γινόταν αν ήταν Κυριακή της Αποκριάς!
Ξεκινώντας στο καλντερίμι που οδηγεί στην πλατεία, δεξιά κι αριστερά γεμάτο μαγαζάκια που πουλάν «σουβενίρς» για τους τουρίστες. Με χαλάει γενικώς λίγο αυτή η εικόνα, αλλά και πώς να τα αποφύγεις. Βέβαια, ως «παραδοσιακό οικισμό απολύτου προστασίας» το χαρακτηρίζει το χωριό το Π.Δ. του 1980.
Προχορώντας προς την πλατεία του χωριού, η θέα από αριστερά σου προς τον Παγασητικό, είναι χάρμα ιδέστε. Πολύ όμορφη πλατεία. Η εκκλησία του Αι- Γιάννη του Πρόδρομου είναι εδώ, το 1792 κτισμένη, πάνω στην οποία ο λαϊκός γλύπτης Θεοδόσιος, μερικές δεκαετίες αργότερα σκάλισε πάνω σε πέτρα τα θαυμάσια γλυπτά της εκκλησίας. Δίπλα ακριβώς, η μαρμάρινη βρύση «Αθάνατο νερό», ή «Λιοντάρια», που από μόνη της
αποτελεί λόγος επίσκεψης στο χωριό. Επτά κρουνοί με όψη λιονταριού, δέχονται αδιαλήπτως τα
«κλικ» των φωτογραφικών μηχανών. Κι ο γερο-πλάτανος δίπλα της δέχεται τους σουγιάδες των ερωτευμένων, οι οποίοι σκαλίζουν το όνομά τους κι αυτό της αγαπημένης τους πάνω στον φλοιό του. Ούτε πόντο αχρησιμοποίητο δε βρίσκεις. Ο πλάτανος όμως, δείχνει να αδιαφορεί και να σβήνει σιγά-σιγά τις εκφράσεις του έρωτα, θέλοντας ίσως να δείξει αυτό που θα τους συμβεί με τον καιρό έτσι κι αλλιώς...
Γύρναγα όλη μέρα κι είπα να κάτσω να πιω ένα καφεδάκι στο μαγαζί της πλατείας, που είναι κι εστιατόριο. Ωραίος χώρος, καλό φαγητό και ακόμη πιο ωραίοι οι σερβιτόροι. Εξεπλάγην από την ευγένειά τους, λαμβάνοντας υπόψιν ότι είναι ένα μαγαζί με μεγάλη τουριστική πίεση όλο το χρόνο. Κάτι που οδηγεί εύκολα τους εργαζόμενους στον τουρισμό, στην αδιαφορία προς τον
πελάτη και συχνάκις στην αγένεια. Το μαγαζί ήταν τίγκα στον κόσμο και κυρίως για φαγητό και ντράπηκα που ήθελα να πιάσω ένα τραπέζι μόνος μου για να πιω έναν espresso. «Αλίμονο κύριε, όπου θέλετε καθίστε κι ότι θέλετε παραγγείλτε»! Το ακούτε αυτό μερικοί στο χωριό μου;
Στην είσοδο όμως παιδιά του μαγαζιού, που είναι τόσο ωραίο, βάλατε προθάλαμο με άσχημο αλουμίνιο. Μάλλον πρέπει να την αλλάξετε.
Πήρα ένα από τα καλντερίμια του χωριού και τράβηξα την ανηφόρα. Είχαν την χαρακτηριστική τεχνική των Ηπειρωτών, που σε κάθε βήμα ανδρός περίπου, τοποθετούσαν και όρθιες πέτρες να προεξέχουν λίγο από το πλακόστρωτο. Αυτό για τα ζώα τα φορτωμένα (μουλάρια κυρίως), για να μη γλυστρούν. Και για
τους ανθρώπους βέβαια, ειδικά στην κατηφόρα και με χιόνι, είναι σωτηρία.
Έτσι που είναι χτισμένη στην πλαγιά η Μακρινίτσα, δεν έχεις ελπίδα να περπατήσεις ευθεία, παρά μόνο μέχρι την πλατεία. Από το χαμηλότερο μέχρι το ψηλότερο σπίτι, υπάρχει υψομετρική διαφορά 550 μέτρα περίπου. Αξίζει όμως τον κόπο να την περπατήσετε. Μην πάτε μόνο εκεί που πάνε όλοι, γιατί θα χάσετε το κάτι παραπάνω. Όπως ο ναός της κοιμήσεως της Θεοτόκου, το εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου και κυρίως την εκκλησία της Παναγίας. Εδώ υπάρχει κάτι μοναδικό: η μαρμάρινη εικόνα της Παναγίας, του 13ου αιώνα, η οποία είναι η μοναδική μαρμάρινη εικόνα σε χριστιανικό ναό.
Τα εντυπωσιακά κτίρια και τα πυργόσπιτα στη Μακρινίτσα είναι πολλά. Μη χάσετε όμως το κτίριο του κέντρου Περιβαλλοντικής εκπαίδευσης , που στεγάζεται στο παλιό αρχοντικό Βατσαρέα-Μαυράκη, αλλά και το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ιστορίας Πηλίου, που στεγάζεται στο αρχοντικό Τοπάλη.









