Οι κάτοικοι των περισσότερων πόλεων της Ελλάδας, έχουν την πεποίθηση ότι η πόλη τους είναι αν όχι η καλύτερη, από τις καλύτερες πόλεις στη χώρα. Και τις περισσότερες φορές βέβαια, έχουν άδικο. Κάποιες φορές μάλιστα, αυτό μοιάζει με ανέκδοτο. Οι ξανθιώτες όμως, έχουν δίκιο να το ισχυρίζονται. Κι αυτό για 2 λόγους: ο ένας είναι η παλιά πόλη τους και ο άλλος η φύση τριγύρω. Οι πινακίδες για τους επισκέπτες ικανοποιητικές. Δεσπόζει φυσικά η παρουσία αυτής που λέει «παλιά πόλη». Αφήστε όμως το αυτοκίνητό σας στο δημοτικό υπόγειο παρκινγκ της κεντρικής πλατείας, για να μην παιδεύεστε να βρείτε χώρο στάθμευσης.
Η κεντρική πλατεία δεν είναι κι η ομορφότερη που είδα. Άχαρη και χωρίς προσωπικότητα. Κι εκείνο το πανύψηλο ρολόι, χάλια. Το θέμα δεν είναι να φτιάξουμε κάτι ογκώδες να μας σκιάζει. Βέβαια, είμαι κι από την Ήπειρο και τα κριτήρια μου είναι άλλα. Εκεί η πέτρα και το αγκωνάρι πάει σύννεφο.
Πίσω από το ρολόι είναι ο πεζόδρομος, η Β. Κωνσταντίνου που μετά γίνεται Β. Όλγας. Είστε ήδη στην παλιά πόλη!
δικαιοδοσία σας να τα αφαιρείται γιατί χαλάν την ωραία εικόνα.
Όταν κάποτε είχα γραφείο στο Πάπιγκο, τοποθέτησα απ έξω μια ξύλινη επιγραφή, η οποία -η αλήθεια είναι- ήταν λίγο πιο μεγάλη από ότι έπρεπε. Την άλλη μέρα το πρωί, ο πρόεδρος της κοινότητας μου είπε να την μικρύνω γιατί αλλιώς θα μου τη βγάλει. Σωστός ο πρόεδρος. Μόνο που αυτός μετά έφτιαξε ένα κτίριο δικό του και τα χρώματα που έβαλε ήταν σαν να κάθεσαι και να πίνεις καφέ στην Μύκονο!
Μόλις βγείτε στην πλατειούλα με τα πολλά μπαράκια, δεξιά σας στρίβει προς την Πυροσβεστική. Από δω ξεκινάει το παζάρι που γίνεται κάθε Σάββατο και είναι μεγάλο. Δεν το συζητώ ότι πρέπει να το επισκεφθείτε. Είτε βρείτε κάτι να αγοράσετε είτε όχι. Μια γεύση ανατολής θα κυριαρχήσει στις αισθήσεις σου. Ντελάληδες κάθε μορφής. Άλλος διαλαλεί τα φρούτα και τα λαχανικά του, άλλος ενδύματα, άλλος χαλιά και κιλίμια. Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι σε ένα διαρκές πέρα-δώθε. Σε ένα ψάξιμο για την ευκαιρία της ημέρας. Και μερικοί τουρίστες ανάμεσά τους, που τους γοητεύει η εικόνα και τριγυρίζουν άσκοπα να νιώσουν τη στιγμή.
Μετά το μεσημέρι που με βγαλε ξανά ο δρόμος εδώ, νόμιζα ότι μπερδεύτηκα και χάθηκα. Τίποτα δεν θύμιζε το μελίσσι των προηγούμενων ωρών. Οι παράγκες είχαν ξεστηθεί και το κυριότερο, τα σκουπίδια είχαν μαζευτεί μέχρι το τελευταίο! Μόνο στο σημείο που ήταν οι ψαροκασέλες, μύριζε έντονα ψαρίλα από τα υγρά που είχαν χυθεί στην άσφαλτο.
Πάρτε ένα από τα στενά που οδηγούν στην καρδιά της παλιάς πόλης. Έτσι κι αλλιώς, όλοι οι
δρόμοι επικοινωνούν μεταξύ τους. Εγώ ανηφόρισα δίπλα από το πολύ ωραίο καφε-μπαρ που λέγεται «ΚΥΒΕΡΝΕΙΟ». Μετά από 50 μέτρα πάτε αριστερά και σε μια στιγμή, μεταφερθήκατε σε άλλη εποχή. Όλα τα κτίρια είναι μοναδικά. Και διαφορετικά μεταξύ τους. Τούτο οφείλεται στο ότι, οι πλούσιοι έμποροι του καπνού, κάπου στα τέλη του 18ου αιώνα, άρχιζαν να κτίζουν πλούσια σπίτια. Ο καθένας έδωσε τον δικό του ύφος, επηρεασμένος και από τα ταξίδια που η οικονομική ευμάρεια του επέτρεπε να κάνει, κυρίως βέβαια για δουλειές. Και ότι βλέπαν που τους άρεσε, το παρήγγειλαν μετά στον πρωτομάστορα να το φτιάξει.
Ο οικισμός φυσικά είναι κυριγμένος ως διατηρητέος. Αυτό σε απλά ελληνικά, σημαίνει ότι δεν επιτρέπετε η ανέγερση νέων κτισμάτων παρά μόνο όπου υπήρχε παλιό και με τη μορφή μόνο που υπήρχε. Και οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν για επισκευή, παιρνούν από αυστηρό έλεγχο. Αυτό φαίνεται άλλωστε. Καλά που υπήρχαν έξυπνοι άνθρωποι εδώ και φρόντισαν να μείνει ανέπαφη η παλιά πόλη, την ένδοξη εποχή των εργολάβων, την δεκαετία του ΄70. Τότε που σαρώθηκε απ άκρου σ΄άκρου η Ελλάδα και βγήκε αναβαπτισμένη στο χρώμα και το άρωμα του μπετόν.
Η βασική αρχιτεκτονική της παλιάς πόλης, απ ότι λένε αυτοί που ξέρουν, είναι εκείνη των αστικών κέντρων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με σαφείς όμως επιδράσεις από την ιταλική αναγέννηση, τον γερμανικό ρομαντισμό και τον ελληνικό νεοκλασικισμό. Και νάτη πάλι μπροστά μου η Ήπειρος! Γιατί τα μπουλούκια των μαστόρων που έκτισαν την παλιά πόλη, ήταν από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας, των Τζουμέρκων αλλά και από την περιοχή των Γρεβενών και της
Δυτικής Μακεδονίας εν γένει.
Πατατράκ έπαθαν τα πατριωτάκια μου τα μαστόρια. Αυτοί πέτρινα υπέροχα κτίρια και γεφύρια είχαν μάθει κυρίως να φτιάχνουν και τούτοι εδώ οι Θρακιώτες τους άλλαξαν την πίστη. Ήταν όμως τόσο σπουδαίοι μάστοροι, που δεν κόλαγαν πουθενά.
Εδώ θα σταθείτε (χωρίς να το θέλετε), λίγο περισσότερο σε κάποια από τα οικήματα:
Το αρχοντικό Λεονταρίδη, του Καλούση, του Καραμπέτση, του Μεταξά, του Κουγιουμτζόγλου που είναι τώρα το Λαογραφικό Μουσείο, του Ορφανίδη, που είναι τώρα το Δημαρχείο και το σπίτι του Μάνου Χατζιδάκη, όπου τώρα στεγάζετε το Φρουραρχείο. Προσωπικά , ψηφίζω ως καλύτερο αυτό δίπλα στο Λαογραφικό Μουσείο, που η πινακίδα απ έξω λέει «αρχοντικό Άννα Καλούδη- Κουγιουμτζόγλου». Όμως, δίπλα στο Λαογραφικό Μουσείο να πάτε οπωσδήποτε. Τοιχογραφίες Ξανθιωτών και Βαυαρών καλλιτεχνών στο εσωτερικό του, έξοχα φωτιστικά, λαϊκές φορεσιές, κοσμήματα, αγροτικά εργαλεία, διακοσμητικές φωτογραφίες με καπνόφυλλα.
Και στη γωνία Ορφέως και Πινδάρου, η δημοτική πινακοθήκη, με το όνομα «Χρήστος Παυλίδης»
, από το όνομα του Ξανθιώτη ζωγράφου που χάρισε σ αυτήν πολλούς από τους πίνακές του. Όμορφος χώρος, γεμάτος χρώμα και πνεύμα.
Και στα όρια της παλιάς πόλης, ο Κόσυνθος. Ο αρχαίος ποταμός που περνά από τα πομακοχώρια, στεφανώνεται με πέτρινα γεφύρια και διασχίζει ένα μεγάλο μέρος της Ξάνθης, αναγκάζοντάς την να ενώσει τις γειτονιές της με σύγχρονα γεφύρια.
Ένα παράπονο εκπέμπει η σύγχρονη ιστορία της πόλης: στα όρια του παλιού οικισμού, χτίστηκε το Δημοκρίτειο πανεπιστήμιο, μια από τις σχολές του οποίου είναι η αρχιτεκτονική σχολή. Ένα άθλιο κτίριο που παράγει αρχιτέκτονες. Έγινε λέει εκεί πρόχειρα στην αρχή με σκοπό να μεταστεγαστεί. Και ποιος όμως δεν γνωρίζει ότι στην Ελλάδα «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού». Κι έμεινε εκεί σαν μπούφος να μας θυμίζει τις κακές στιγμές των σύγχρονων ελλήνων. Αλλά κι αυτοί οι αρχιτέκτονες, καθηγητές και φοιτητές, δεν
μπορούν να κάνουν κάτι να ομορφύνουν λίγο το κτίριό τους;
Κι απέναντι το Ξενία το ξενοδοχείο, έχει κηρυχθεί λέει κι αυτό παραδοσιακό και δεν μπορεί κανείς να του αλλάξει τη μορφή. Ίσως οι ειδικοί να ξέρουν κάτι παραπάνω. Εμένα όμως αυτά τα κουτιά στη σειρά δεν μου αρέσουν. Άσχετα που το ξενοδοχείο παρέχει καλές υπηρεσίες και είναι σε «στρατηγική» θέση για να μείνει κανείς. Όλα τα Ξενία, είχε φροντίσει η χούντα και τα είχε φτιάξει στα πιο στρατηγικά σημεία των πόλεων. Δεν ρώταγε βέβαια και κανέναν. Έλεγε «εδώ θέλω» κι εκεί γίνονταν. Σε πολλές πόλεις όμως αυτό βγήκε σε καλό. Γιατί μετά, στην πενταετία των εργολάβων 1975-1980, καμιά άσχημη πολυκατοικία θα ξεφύτρωνε. Οπότε, άσε καλύτερα ένα Ξενία...









